GreekEnglish (United Kingdom)
  • Narrow screen resolution
  • Wide screen resolution
  • Increase font size
  • Decrease font size
  • Default font size
Διατροφικές Διαταραχές-Διατροφικές Συνήθειες

Οι διαταραχές στην πρόσληψη τροφής είναι η ψυχογενής ανορεξία και η ψυχογενής βουλιμία. Το γενικό χαρακτηριστικό αυτών των διαταραχών είναι ότι η τροφή και η αντιμετώπισή της από το άτομο αποκτά ιδιαίτερη σημασία και νόημα, πέρα από την ανάγκη για επιβίωση που εξυπηρετεί το φαγητό και την ευχαρίστηση που αυτό προσφέρει. Έτσι, στις διαταραχές αυτές, η συμπεριφορά του ατόμου σε σχέση με το φαγητό είναι σημαντικά διαφορετική από αυτή του γενικού πληθυσμού. Για να ισχύει η διάγνωση της διαταραχής στην πρόσληψη τροφής, πρέπει να αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει άλλη βιολογική αιτία για τη διαταραχή. Οι διαταραχές αυτές είναι συμπτωματικές , δηλαδή, μπορούν να παρουσιαστούν σε διάφορες προσωπικότητες και σε συνδυασμό με άλλες διαταραχές π.χ. κατάθλιψη, οριακή διαταραχή της προσωπικότητας, υπομανία, αγχώδεις διαταραχές. Συνήθως, οι διαταραχές αυτές παρουσιάζονται για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εφηβείας ή στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής. Αφορούν κυρίως στο θηλυκό πληθυσμό, στον οποίο παρουσιάζονται σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό απ΄ ότι στον ανδρικό.


Ψυχογενής Ανορεξία
Τα διαγνωστικά κριτήρια της ψυχογενούς ανορεξίας είναι:
1. ‘Αρνηση του ατόμου να διατηρήσει το βάρος του, πάνω από το ελάχιστο φυσιολογικό επίπεδο για την ηλικία και το ύψος του.
2. Έντονος φόβος μήπως πάρει το άτομο βάρος και παχύνει, ακόμη και όταν το βάρος του είναι κάτω από το κανονικό.
3. Διαταραχή στον τρόπο που το άτομο βιώνει το βάρος, το μέγεθος ή το σχήμα του σώματός του. Για παράδειγμα, το άτομο ισχυρίζεται ότι νιώθει παχύ, ακόμη κι όταν είναι κάτισχνο.
4. Σε γυναίκες, απουσία τουλάχιστον τριών διαδοχικών εμμηνορρυσιών, ενώ κανονικά αναμενόταν να συμβούν. Συχνά, η διαταραχή αυτή ξεκινά με δίαιτα, παρόλο που το άτομο έχει κανονικό βάρος. Το άτομο χάνει αρκετό βάρος, αλλά εξακολουθεί να κάνει αυστηρή δίαιτα, έχοντας περάσει και τα χαμηλότερα όρια του βάρους που θεωρείται κανονικό για τις αναλογίες του. Έτσι, γίνεται πολύ αδύνατο, μέχρι και καχεκτικό, αλλά εξακολουθεί να πιστεύει ότι χρειάζεται να συνεχίσει δίαιτα. Επιπλέον, είναι πολύ απασχολημένο με το θέμα της τροφής (συνέχεια μετράει θερμίδες και υπολογίζει πόσο έχει φάει). Παρόλο που αισθάνεται συνέχεια πείνα (η ονομασία «ανορεξία» δεν ισχύει κυριολεκτικά), δεν επιτρέπει στον εαυτό του να φάει πολύ γιατί θα παχύνει. Αυτός ο τρόμος ότι θα παχύνει είναι το χαρακτηριστικό της διαταραχής, χωρίς το άτομο να μπορεί να εξηγήσει γιατί φοβάται το πάχος τόσο έντονα. Το άτομο με τη διαταραχή αυτή συχνά εμπλέκεται σε δραστηριότητες που έχουν σχέση με την τροφή (μαγειρεύει για τους άλλους , αλλά το ίδιο δεν τρώει). Όταν οι άλλοι επιμένουν ότι πρέπει να φάει, αντιδρά με πείσμα και φόβο ή μπορεί να παρουσιάσει και έντονη συναισθηματική αντίδραση, εάν αναγκασθεί επίμονα. Συχνά το άτομο μπορεί να κάνει έντονη γυμναστική, με σκοπό να μην πάρει ούτε γραμμάριο από αυτά που έχει φάει. Η σοβαρότητα της διαταραχής αυτής εξαρτάται από την ποσότητα βάρους που χάνει το άτομο. Μερικά άτομα είναι, απλώς, πολύ αδύνατα, άλλα, όμως, μπορεί να φθάσουν να μοιάζουν με ανθρώπους που υποφέρουν από ασιτία. Η διαταραχή αυτή μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνη, όταν το άτομο φθάσει σε ακραία απώλεια βάρους, οπότε η νοσηλεία είναι απαραίτητη προκειμένου να αποφευχθεί ακόμη και ο θάνατος. Συνήθως, τα άτομα με τη διαταραχή αυτή δεν επιζητούν από μόνα τους τη θεραπεία, αλλά τα άτομα του περιβάλλοντός τους που ανησυχούν για αυτά τα αναγκάζουν να πάνε σε κάποιο ειδικό ή στο νοσοκομείο. Ως ασθενείς, δείχνουν μεγάλη αντίσταση και δεν είναι συνεργάσιμοι, ακόμα και στις περιπτώσεις που εμφανώς κινδυνεύουν να πεθάνουν. Αυτή η αντίσταση οφείλεται στο φόβο ότι η θεραπεία θα τους κάνει να παχύνουν. Η κλινική πορεία μπορεί να είναι επεισοδιακή, όπου η διαταραχή παρουσιάζεται και εξαφανίζεται κατά καιρούς στη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Μπορεί, όμως, να είναι και συνεχής, για αρκετά χρόνια, μέχρι και για ολόκληρη τη ζωή.



Ψυχογενής Βουλιμία
Τα διαγνωστικά κριτήρια της διαταραχής αυτής είναι:
1. Επανειλημμένα επεισόδια υπερφαγίας (ταχεία κατανάλωση μεγάλης ποσότητας τροφής μέσα σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο).
2. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων υπερφαγίας υπάρχει ένα αίσθημα έλλειψης ελέγχου της συμπεριφοράς πρόσληψης τροφής.
3. Το άτομο τακτικά χρησιμοποιεί είτε προκλητό έμετο, καθαρτικά, αυστηρή δίαιτα, είτε εντατική άσκηση για να αποτρέψει την απόκτηση βάρους.
4. Ένας ελάχιστος μέσος όρος δύο επεισοδίων υπερφαγίας την εβδομάδα για τρεις τουλάχιστον μήνες.
5. Επίμονα υπερβολική ενασχόληση για το σχήμα και το βάρος του σώματος. Η βουλιμία δε σχετίζεται αναγκαστικά με έλλειψη βάρους το άτομο μπορεί να είναι κανονικού βάρους ή λίγο παραπάνω, αφού δεν αποκλείει το φαγητό. Συνήθως, όμως, η λήψη φαγητού συνδέεται με αίσθημα ντροπής. Οι βουλιμικοί, όταν τρώνε υπερβολικά, προτιμούν να είναι μόνοι τους για να κρύβουν τους τρόπους που αντιδρούν. Αυτό μπορεί να περιορίσει την κοινωνική τους ζωή, εφόσον αποφεύγουν να βγουν για φαγητό με φίλους, επειδή θα αισθανθούν έντονο άγχος, εάν δεν κάνουν έμετο αμέσως μετά το φαγητό τους. Όπως και στην ψυχογενή ανορεξία, η πορεία της διαταραχής διαφέρει ανάμεσα στα άτομα. Μερικοί εμφανίζουν ψυχογενή βουλιμία μία φορά, άλλοι περιοδικά, σε διάφορες φάσεις της ζωής τους. Το σύνδρομο αυτό μπορεί να γίνει επικίνδυνο, εάν το άτομο κάνει συχνά έμετο, διότι ο οισοφάγος μπορεί να γίνει πολύ αδύναμος και να σπάσει, γεγονός που θέτει το άτομο σε κίνδυνο θανάτου. Επίσης, έχει παρατηρηθεί ότι ένα άτομο που πάσχει από ψυχογενή ανορεξία, στη φάση που επανακτά βάρος, μπορεί να εμφανίσει βουλιμικά επεισόδια.
Αίτια: Υπάρχουν διάφορες θεωρίες σε σχέση με τα αίτια της ψυχογενούς ανορεξίας και βουλιμίας.
Σύμφωνα με την Ψυχοδυναμική άποψη, η διαταραχή αυτή μπορεί να εκφράζει ασυνείδητες σεξουαλικές συγκρούσεις. Συγκεκριμένα, οι συγκρούσεις αυτές μπορεί να είναι σχετικές με την επιθυμία για εγκυμοσύνη. Η επιθυμία για σεξουαλική επαφή και η επακόλουθη εγκυμοσύνη σχετίζεται συμβολικά με την όρεξη για φαγητό και έτσι η άρνηση του φαγητού εκφράζει την απαγόρευση της σεξουαλικοποιημένης τροφής.
η διαταραχή αυτή μπορεί να εκφράζει συγκρούσεις σχετικά με την ψυχική ένωση του ατόμου ( fusion) με την μητέρα. Το φαγητό συνδέεται συμβολικά με την μητέρα και έτσι, η όρεξη, ή η επιθυμία για φαγητό αντιπροσωπεύει την αντίσταση σε αυτή την επιθυμία ή την επιθυμία για ένωση με την μητέρα στην περίπτωση της ψυχογενούς βουλιμίας.
Η Hilde Bruce ( 1974) προτείνει μία εναλλακτική ψυχοδυναμική αιτιολογία. Το άτομο με τη διαταραχή αυτή υποφέρει από την αίσθηση ότι δεν μπορεί να ελέγξει το περιβάλλον του ή να ασκήσει κάποια επιρροή στους άλλους. Έχει επίσης πρόβλημα με την ταυτότητά του και δεν έχει καλή επαφή με τις σωματικές του αισθήσεις. Τα παραπάνω συνδέονται με προβληματικές σχέσεις με σημαντικά πρόσωπα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του ατόμου. Η διαταραχή εκφράζει την προσπάθεια του ατόμου να αποκτήσει την αίσθηση και τον έλεγχο του σώματός του. Κατά τη Γνωσιακή προσέγγιση, η διαταραχή προέρχεται από διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις του ατόμου σε σχέση με το σώμα και την τροφή και δυσλειτουργικά σχήματα με κυρίαρχο τη σχήμα της τελειομανίας, κυρίως στην ψυχογενή ανορεξία.
Όσον αφορά στη Συστημική προσέγγιση, προτείνει ότι το πρόβλημα είναι οικογενειακό, και όχι ατομικό. Συνεπώς, αναφέρεται σε ανορεκτικές/ βουλιμικές οικογένειες και όχι σε ανορεκτικά/ βουλιμικά άτομα. Διαφόρων ειδών οικογενειακά προβλήματα μπορεί να προκαλέσουν τη δημιουργία της διαταραχής στο παιδί. Συνήθως, υπάρχει κάποια έμμεση σύγκρουση ή κάποιο πρόβλημα μεταξύ των γονέων, το οποίο δεν εκφράζεται. Το παιδί «θυσιάζεται» αναπτύσσοντας τα συμπτώματα της διαταραχής και γίνεται το επίκεντρο της προσοχής των γονέων, ώστε να μην ασχολούνται πλέον με τα μεταξύ τους προβλήματα και να ενώνονται για να βοηθήσουν το παιδί τους. Πολύ συχνά, οι γονείς είναι αυταρχικοί ,ελέγχουν πολύ το παιδί και είναι μία αντίδραση προς τους γονείς, χρησιμοποιώντας τα συμπτώματα ως τρόπο επιβολής.
Επίσης, παρατηρήθηκε ότι οι γυναίκες με διατροφικές διαταραχές συχνά δεν μπορούν να προσδιορίσουν πως νιώθουν για συγκεκριμένα θέματα ή γεγονότα. Επιπλέον, συχνά δεν εμπιστεύονται τα συναισθήματά τους. Οι δυναμικοί ψυχοθεραπευτές υποστηρίζουν ότι δεν εκφράζονται λεκτικά, γιατί θεωρούν τα συναισθήματά τους ακατάλληλα και μη αποδεκτά. Επιπλέον, κάποιοι άλλοι μιλάνε μόνο όταν πιεστούν πάρα πολύ από τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Έτσι λοιπόν αυτοί που «δεν ξέρουν» και αυτοί «που δεν θα πουν» είναι σαν να κρατάνε «μυστικά από τον εαυτό τους. Υπάρχουν τρία επίπεδα παραπλάνησης: α) παραπλανούν τον εαυτό τους β) παραπλάνηση στην οικογένεια γ) κοινωνική παραπλάνηση για την θέση της γυναίκας.

Πολιτιστικό Μυστικό: Από την δεκαετία του΄60 τα γυναικεία πρότυπα από την Τουίγκι, τα μοντέλα, τις μπαλαρίνες και τις αθλήτριες είχαν υιοθετήσει έναν πολύ μικροκαμωμένο σωματότυπο. Ωστόσο, είναι κοινό μυστικό ότι πολλές από αυτές τις γυναίκες αντιμετώπιζαν συχνές ασθένειες. Σήμερα οι γυναίκες που υιοθετούν αυτό το πρότυπο συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας με αποτέλεσμα η ανορεξία και η βουλιμία να έχουν υψηλό δείκτη θνησιμότητας.

Μυστικά Στις Σχέσεις: Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η συμπεριφορά μιας διατροφικά διαταραγμένης γυναίκας, καθώς και οι αλλαγές στο σώμα της δεν προκαλούν ανησυχία στον σύζυγο και την οικογένειά της. Ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι ότι η οικογένεια αντιδρά σαν αυτή η συμπεριφορά να είναι αόρατη, αν και τα συμπτώματα είναι ολοφάνερα. Από την άλλη κάποιες οικογένειες δέχονται αυτήν την συμπεριφορά από φόβο ότι μπορεί να προκληθεί κάτι χειρότερο. Επιπλέον, επειδή οι συμπτωματικοί προσπαθούν να διατηρήσουν την αυτοεκτίμησή τους μέσα από τον αυτοέλεγχο, οι άλλοι προσπαθούν να ενισχύσουν την αίσθηση της αυτοεκτίμησης ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι τις αφήνουν να βλάπτουν τον εαυτό τους. Εσωτερικά Μυστικά: Μια γυναίκα που έχει μάθει να ευχαριστεί τον εργοδότη της, τα παιδιά και τον σύζυγό της μένοντας ήρεμη και δίνοντας όλη την φροντίδα και την ενέργειά της είναι δύσκολο να αντιληφθεί ότι το εσωτερικό της άγχος βγαίνει μέσα από την καταναγκαστική της επιθυμία να κάνει δίαιτα και να γίνει αδύνατη. Αν παραδεχτεί ότι ο καταναγκασμός της είναι μια δήλωση της ανησυχίας και του άγχους της θα πρέπει να παραδεχτεί ότι ο ρόλος της στην οικογένεια μπορεί να μην συνδέεται με τις ανάγκες της για αυτονόμηση, ολοκλήρωση και αυτοεκτίμηση.

Για τις γυναίκες λοιπόν είναι πολύ δύσκολο να διαφοροποιηθούν από την οικογένειά τους και να εστιάσουν στις δικές τους ανάγκες, ‘όταν μάλιστα παίρνουν επιβράβευση για την συμπεριφορά τους. Μάλιστα, στις δυτικές κοινωνίες οι γυναίκες με διατροφικές διαταραχές είναι συνήθως γυναίκες έξυπνες, πολύ λειτουργικές και ανήκουν στην μέση και ανώτερη οικονομική τάξη. Επιπλέον, οι γυναίκες αυτές δυσκολεύονται να κάνουν αλλαγές στις σχέσεις τους, ‘όταν αυτές χρειάζονται σύγκρουση. Δεν είναι προετοιμασμένες να χάσουν την υποστήριξη ή ακόμα και τις ίδιες τις σχέσεις και έτσι αποφεύγουν να δεχτούν τα αρνητικά τους συναισθήματα, σκέψεις και πιστεύω. Η αδυναμία τους λοιπόν να εκφράσουν τον εσωτερικό τους θυμό, την απελπισία, την ανασφάλεια, την έλλειψη ελπίδας κ.α. βγαίνει μέσα από την ανορεκτική ή βουλιμική συμπεριφορά στο σώμα τους, αφού θεωρούν ότι αυτό είναι λιγότερο απειλητικό γι΄ αυτές από το να χάσουν την εμπιστοσύνη και την επιβράβευση από τους γύρω τους.
Η κλινική εμπειρία διδάσκει ότι όσο λιγότερο το άτομο με τα συμπτώματα αποκαλύπτει στοιχεία για αυτή τόσο σοβαρότερα γίνονται τα συμπτώματα. Όσο κρατιούνται οι προσωπικές θέσεις και προβλήματα μυστικά από τους άλλους τόσο αποφεύγουν να προκαλέσουν τους άλλους να πάρουν στα σοβαρά τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Αποφεύγοντας να προκαλέσει τους άλλους είναι σαν να στερεί από τον εαυτό του οποιαδήποτε επιρροή και δύναμη πάνω στις σχέσεις της και γενικά σε ότι έχει να κάνει με εξωτερικούς παράγοντες. Το να μην μπορεί να ασκήσει κανενός είδους επιρροή στους άλλους κάνει το άτομο να πιστεύει ότι είναι αδύναμο και ότι παραμένει αβοήθητο. Έτσι καταφεύγει στο σύμπτωμα για να αποδείξει στον εαυτό της ότι έχει την δύναμη και αποφασιστικότητα

 

Τελευταία Νέα